Το όνειρο που ήταν …όνειρο!

Σατιρίζοντας

Γράφει ο Χρήστος Μαλασπίνας

Τι σου είναι ο Μορφέας, ένας απ΄ τους χίλιους γιούς,

του Ύπνου που σκαρώνανε μαζί παιδιά αποβραδίς

με μητέρα του τη Νυξ, ή ό,ποια άλλη βάλει ο νους,

χίλια παιδιά και άλλη άκρη να μην ψάχνεις για να βρείς!

Έτσι εκεί όπου καθόμουν σ’ ένα σύγνεφο απάνω

Και κοιτούσα το φεγγάρι οπού έμοιαζε φλουρί,

Βλέπω την Αγιά Σοφιά να την κάνουνε τζαμί!

Προσπαθούσαν με μανία τι κι αν λέγαν όλοι μη!

Μα στο τέλος δεν μπορέσαν και ξεχάσαν τα χαλιά

όπου στρώναν, όπως κάνουν σ΄όλα τ΄άλλα τα τζαμιά…

Κι απ΄το βάθος του ονείρου ό,τι πρόλαβα να δω

Μια σκιά και μία άλλη που κρατούσανε σταυρό!

Κι ό,τι κίνησα να κάνω το σταυρό με το δεξί,

Τη μορφή του Επισκόπου βλέπω ασκαρδαμυκτί

Με ρομφαία εις το χέρι και τη βίβλο στο δεξί.

Κι ό,τι λόγιασα θα σκούξει στ όνειρό μου το τρελό,

με ματιά που ‘βγαζε σπίθες, ωσάν άλλος αετός

σε νεφέλωμα ηγεσίας βολεμένος, καθιστός

ευλογούσε με δυο χέρια ωσάν σύγχρονος Χριστός!

Εσηκώθηκε αγέρας σκοτεινιάσανε οι ουρανοί!

Και οχλοβοή μεγάλη και μεγάλη ταραχή,

Και το σύμπαν άνω-κάτω έγινε σε μια στιγμή!

Κι απ το ένα στ’ άλλο πάει τ’ ονειρό μου το μουρλό

Κι είδα εκεί στη Ζαλοκώστα να μιλούνε με θυμό.

Πάνω που είπα να παρέμβω να μην έχουμε σεισμό,

Κάποιος έφερε να πληρώσω εγώ το λογαριασμό!

Τώρα πως ο Καραγκιόζης εξεφύτρωσε εκειδά,

μήτε είδα, μήτε ξέρω, μήτε και με αφορά!

Μόνο πράγμα που φοβάμαι και το λέω θαρρετά,

από τη συγχώνευση, μην τους φουσκώσουν τα μυαλά!

Και γεμίσουνε αέρα σαν να είναι στο Βουνό

και χαθεί μέτρο πυξίδα και βρεθούμε στο κενό!

Η ομογένεια μάς θέλει αν την θέλει κι η Ελλάς

Ούτε στου κουφού την πόρτα ούτε να παρακαλάς!

Γιατί όπως λέει ο ποιητής, άλλο είναι εσύ

να πεθαίνεις για Εκείνη κι άλλο να σε πεθαίνει αυτή!

Κι ό,τι έκανα να φύγω απ τ΄ όνειρό μου, πριν χαθεί,

Ο Αρχάγγελος προβάλει με ρομφαία, με σπαθί!

Είπα, κάνε ένα θαύμα να ξυπνήσουν οι Ταγοί,

Μα μου είπε μήτε θαύμα θα σας έσωζε στη γη!

Δίνει μια με τις φτερούγες ο Μορφέας στη στιγμή

Και πετάει μακριά μου και μου κόβει την πνοή!

Τότε πέφτω κουτρουβάλες από το σύγνεφο χαμέ,

Κι όλα πάλι είναι ανάστα όπως τ’ άφησα, Οϊμέ!